Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Δ. ΜΑΡΟΥΔΑΣ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Ο αγροτικός τομέας στο νομό Ηλείας, βιώνει µια κρίση η οποία όπως φαίνεται θα συνεχιστεί  και θα είναι ιδιαίτερα επώδυνη αφού, η τοπική αυτοδιοίκηση και ιδιαίτερα η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος δεν φρόντισαν να παρέχουν τους μηχανισμούς προστασίας των αγροτών και της αγροτικής παραγωγής. Οι Έλληνες παραγωγοί, μικροί σε οικονομική δύναμη, πολυάριθμοι και ασυντόνιστοι, δεν είναι  σε θέση να διαμορφώσουν τις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Δεν  είναι διαμορφωτές, αλλά αποδέκτες τιμών που καθορίζει το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων που βρίσκεται στα χέρια ενός μικρού αριθμού επιχειρήσεων, που προσυνεννοούνται και διαμορφώνουν τις τιμές σύμφωνα µε τα συμφέροντα τους.
Έτσι οι τιμές που καταβάλλουν οι καταναλωτές είναι συχνά 5-6 φορές μεγαλύτερες από τις τιμές που εισπράττουν οι παραγωγοί.


 Την αδυναμία αυτή θα μπορούσαν να θεραπεύσουν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί. Η
κατάσταση όμως στην οποία βρίσκεται η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν παρέχει τα εχέγγυα της επίλυσης του προβλήματος. Υπολογίζεται ότι τα 2/3 των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών στη χώρα µας δεν ασκούν καμία δραστηριότητα. Είναι συνεταιρισμοί σφραγίδες που συμμετέχουν στις εκλογές των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργανώσεων και συνεπώς αυτοί που δεν ασκούν καμία δραστηριότητα ουσιαστικά εκλέγουν λάθος αγροτική πολιτική, δηλαδή την αγροτική πολιτική των συμφερόντων.
  Μια ακόμη παγκόσμια πρωτοτυπία.!

Συνεπώς το πρώτο µας πρόβλημα είναι διαρθρωτικό που μπορούμε όμως από  μειονέκτημα να το μετατρέψουμε σε πλεονέκτημα.
 Ένα δεύτερο πρόβλημα που επιδεινώνει την αγροτική κρίση είναι ότι οι αγροτικές
περιοχές στην πλειοψηφία τους πουλούν τα προϊόντα τους χωρίς καμία επεξεργασία, στα αστικά κέντρα. Έτσι το εισόδημα που μένει στις αγροτικές περιοχές είναι περιορισμένο όπως περιορισμένες είναι και οι θέσεις εργασίας.
Να δώσουμε ένα παράδειγμα.
Αν το γάλα που παράγουν οι κτηνοτρόφοι στην Ηλεία δεν τυροκομείται από μονάδες που υπάρχουν στην Ηλεία, το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος και οι θέσεις απασχόλησης μεταφέρονται στις άλλες αστικές περιοχές όπου πηγαίνει το νωπό γάλα.
Ένα τρίτο πρόβλημα έχει να κάνει µε τις μονοκαλλιέργειες. Σε πολλές περιοχές της
χώρας µας είμαστε πλεονασματικοί σε μερικά αγροτικά προϊόντα που συχνά αντιμετωπίζουν πρόβλημα διάθεσης και ελλειμματικοί σε πολλά άλλα προϊόντα.

Όλοι έχουμε παρατηρήσει στα μανάβικα σκόρδα Κίνας ή Λατινικής Αμερικής, κρεμμύδια Τουρκίας, Πατάτες Αιγύπτου και Μήλα και άλλα φρούτα από άλλες χώρες. Ενώ περιμέναμε από την ένταξή µας στην Ευρωπαϊκή Ένωση να δυναμώσουμε την Ελληνική Γεωργία και να εξάγουµε ένα πλήθος προϊόντων, το αποτέλεσμα ήταν να χειροτερεύει κάθε χρόνο το ισοζύγιο εξαγωγών και εισαγωγών.                               Από το 1981 εξάγουμε πολύ λιγότερα προϊόντα από όσα εισάγουμε.
Βέβαια έφταιξαν οι επιδοτήσεις που στρέφονταν σε ορισμένα µόνο προϊόντα και η

χειροτέρευση της ποιότητας των αγροτικών προϊόντων αφού οι παραγωγοί έκαναν παραγωγή ποσότητας χωρίς κανένα ποιοτικό ενδιαφέρον αφού το προϊόν κατέληγε στις χωματερές. Έτσι χάσαμε τις ξένες αγορές και τώρα πρέπει να καταβάλλουμε πολύ οργανωμένες και συντονισμένες προσπάθειες για να ξαναμπούν στα ράφια τα Ελληνικά προϊόντα  και να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των ξένων καταναλωτών.
Συνεπώς το τέταρτο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι η ποιότητα των αγροτικών προϊόντων.
Πριν από λίγα χρόνια, η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών έσπερνε πανικό σε εκατομμύρια χορτασμένους της Ευρώπης. Την ίδια περίοδο, διοξίνες εμφανίζονταν  σε κοτόπουλα Βελγίου. Σήμερα  μιλάμε για μολυσμένο ηλιέλαιο και για μελαμίνη σε γάλα διατροφής βρεφών, ενώ είναι συχνή και απροσδιόριστη σε έκταση η παρουσία  υπολειμμάτων γεωργικών φαρμάκων και αντιβιοτικών στα τρόφιμα.
 Παρά το γεγονός ότι οι καταναλωτές ξεχνάνε πολύ σύντομα τα απανωτά διατροφικά σκάνδαλα, στο βάθος είναι τρομαγμένοι και αδύνατοι να φυλαχτούν. Το σημερινό παραγωγικό σύστημα  τροφίμων, καλλιεργεί την ανευθυνότητα, την αδιαφάνεια και ανωνυμία στις χιλιάδες των παραγωγών. Είναι βαριές κουβέντες, αλλά δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα. Τα προϊόντα φθάνουν στις αγορές, χωρίς ο καταναλωτής και οι ελεγκτικές αρχές να είναι σε θέση να προσδιορίσουν τον παραγωγό και το αγρόκτημα στο οποίο καλλιεργήθηκαν. Είναι πασίδηλο ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο είναι αδύνατο να τον προστατεύσει.

Μια πρώτη προϋπόθεση για τη λύση των προβλημάτων πρέπει να είναι µια μεγάλη
αλλαγή στη σκέψη και τον προβληματισμό των Ελλήνων παραγωγών αλλά και της τοπικής ηγεσίας (Συνεταιριστικής, Δημοτικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης). Αντί να συνεχίσουν να ζητούν τις λύσεις από την Πολιτεία πρέπει επιτέλους να ενηλικιωθούν και να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους. Αγρότες, Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση πρέπει να ανασκουμπωθούν και να
συνεργαστούν. Πρέπει επιτέλους να λειτουργούν ως Αυτό-Διοίκηση και όχι ως Έτερο-Διοίκηση.

Η Ελληνική Αυγή για την Δυτική Ελλάδα, αφουγκραζόμενη τα τεράστια προβλήματα που ταλανίζουν επί δεκαετίες τον Έλληνα αγρότη, έχει τις λύσεις που θα τον οδηγήσουν σε καινοτόμες και πρωτότυπες εφαρμογές, έτσι ώστε η Ηλειακή γη να αποκτήσει ξανά την ευμάρεια και την αξία, που επί δεκαετίες καταποντίζεται από τα μικροσυμφέροντα και την αδιαφορία προς τον Έλληνα αγρότη. Συγχρόνως η Ελληνική γη θα αποκτήσει και πάλι χιλιάδες Ελληνικά χέρια εργασίας.
Οι λύσεις που προτείνουμε για την Ηλεία:

1)       Δημιουργία επιτροπής ελέγχου εμπορικών συναλλαγών μεταξύ συσκευαστικών μονάδων και παραγωγών. Η επιτροπή αυτή θα πρέπει να καθορίζει τις τιμές αγοράς των προϊόντων τόσο στην εγχώρια αγορά, όσο και στο εξωτερικό.
2)      Εξισωτική ταξινόμηση καλλιέργειας δηλαδή, θα πρέπει να χωριστεί ο νομός σε καλλιεργητικές ζώνες, ανάλογα με την δυνατότητα παραγωγής του εδάφους και της περιοχής. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η ποσοτική και ποιοτική παραγωγή καθώς και το είδος του καλλιεργήσιμου προϊόντος.
3)      Συμβουλευτικές μονάδες γεωπόνων – γεωτεχνικών ανά καλλιεργητική ζώνη, που θα αποσκοπεί στην ειδικευμένη, παροχή πληροφοριών, για την αποδοτική καλλιέργεια.
4)      Εξασφάλιση των αγροτικών αποζημιώσεων με άμεσους ελέγχους.
5)      Ίδρυση και οργάνωση διαμετακομιστικού κέντρου αγροτικών προϊόντων τόσο για την εγχώρια αγορά όσο και για το εξωτερικό. Στο νομό Ηλείας υπάρχει ένα ανενεργό αεροδρόμιο αυτό του Επιταλίου το οποίο μπορεί να χωριστεί στους παρακάτω τομείς. α) Τομέας συγκέντρωσης και μονάδα ελέγχου καταλληλότητας των αγροτικών προϊόντων  για την εγχώρια αγορά. β) Τομέας συγκέντρωσης προϊόντων προοριζομένων για εξαγωγή, αεροδιακομιδή. γ) Συσκευαστικός τομέας για όσους παραγωγούς δεν επιθυμούν να απευθυνθούν στις ιδιωτικές τοπικές συσκευαστικές μονάδες. δ)Τομέας αποστολής. ε) Τομέας οικονομικών συναλλαγών, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την πληρωμή των παραγωγών. στ) Τομέας λειτουργίας μέσων φόρτωσης και εκφόρτωσης προϊόντων.
6)      Βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας φράουλας, κερασιού και κάστανου, μονάδες χυμοποίησης. Να σημειώσουμε ότι κατά τους θερινούς μήνες η Ελλάδα εισάγει παγοκολώνες χυμών από Αργεντινή με τεράστιο κόστος, παρουσιάζοντας το ως Ελληνικό προϊόν.
7)      Προτείνεται η δημιουργία φωτοβολταϊών πάρκων, τα οποία θα παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια στους οργανισμούς ΓΟΕΒ – ΤΟΕΒ. Η παραπάνω ενέργεια αποσκοπεί στην συνεχή υδροδότηση των καλλιεργειών κατά τους θερινούς και χειμερινούς μήνες (αντιπαγετική προστασία), θα μειώσει το κόστος παραγωγής μια και τα χρηματικά πάγια των παραπάνω οργανισμών βρίσκονται σε υψηλές τιμές και τέλος με την πώληση του ρεύματος στη Δ.Ε.Η, θα ξεχρεώσει και τους δύο οργανισμούς (ΓΟΕΒ-ΤΟΕΒ).

Δύο από τα παγκοσμίως αναγνωρισμένα προϊόντα σε ποιότητα, είναι το ελαιόλαδο και ο οίνος. Το δε ελαιόλαδο, ξεχωρίζει για την χαμηλή περιεκτικότητα σε οξέα, άρα μιλάμε για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο.                   Η εκμετάλλευση του συγκεκριμένου προϊόντος μια και μιλάμε για εκατομμύρια τόνους που παράγει ο νομός Ηλείας, δεν ευνοεί την οικονομία του νομού, διότι  εκμεταλλεύεται από εταιρείες Ιταλικών συμφερόντων. Οι συγκεκριμένες εταιρείες αγοράζουν το ελαιόλαδο σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές και στη συνέχεια το επαναπροωθούν  στην Ελληνική αγορά, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη, αφού η τιμή εισαγωγής του υπερβαίνει κατά πολύ την τιμή της εγχώριας αγοράς.
Στις αγορές τις Ευρώπης έχει παρατηρηθεί ότι η πώληση του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου κυμαίνεται στην τιμή των 25ευρώ ανά 250ml, όταν η τιμή αγοράς κιλού από τον παραγωγό είναι τα 2,50 ευρώ.
Ο λόγος για τον οποίον ο Ηλείος παραγωγός βγαίνει ζημιωμένος από την παραγωγή ελαιόλαδου είναι γιατί δεν υπάρχουν οργανωμένες μονάδες συσκευασίας ελαιόλαδου, και άμεσης προώθησης του προϊόντος από τον ίδιο το νομό.
Όσο αφορά τον οίνο πρέπει να σταματήσει να περιορίζεται η αμπελουργική  καλλιέργεια του, μέσω της ζήτησης καλλιεργητικών δικαιωμάτων που αποσκοπούν στον περιορισμό της καλλιέργειας λόγω επιπλέων κόστους.
Βέβαια η τήρηση του αμπελουργικού μητρώου είναι απαραίτητη για τον έλεγχο και την διατήρηση των ντόπιων ποικιλιών, άλλα δεν πρέπει να επιβαρύνει οικονομικά τους παραγωγούς. Άρα προτείνεται η ΔΩΡΕΑΝ χορήγηση του αμπελουργικού μητρώου στους παραγωγούς.
Τα δυο αυτά προϊόντα είχαν καταστεί ευρέως από την αρχαιότητα τα βασικά είδη εμπορίου των αρχαίων Ελλήνων. Προτείνεται λοιπόν η καθιέρωση ειδικής ταυτότητάς τους ως «Ολυμπιακά Προϊόντα» λόγω του ότι συνδέονται άμεσα με την κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού την Αρχαία Ολυμπία.



 Μαρούδας Δημήτριος
Υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος νομού Ηλείας
Ελληνική Αυγή για την Δυτική Ελλάδα
( Τομέας Ηλείας)